Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Diphthong
01
δίφθογγος, σύνθετο φωνήεν
(phonetics) a gliding speech sound formed by the combination of two vowels in a single syllable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
diphthongs
Παραδείγματα
Linguists study the distribution and evolution of diphthongs across different languages.
Οι γλωσσολόγοι μελετούν την κατανομή και την εξέλιξη των διφθόγγων σε διαφορετικές γλώσσες.
Λεξικό Δέντρο
diphthongize
diphthong



























