Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Diphthong
01
δίφθογγος, σύνθετο φωνήεν
(phonetics) a gliding speech sound formed by the combination of two vowels in a single syllable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
diphthongs
Παραδείγματα
In English, the diphthong "oi" is heard in words like "coin" and "join."
Στα αγγλικά, η δίφθογγος "oi" ακούγεται σε λέξεις όπως "coin" και "join".
Λεξικό Δέντρο
diphthongize
diphthong



























