to dine in
dine
daɪn
dain
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "dine in"στα αγγλικά

to dine in
01

δειπνώ στο σπίτι, τρώω στη θέση

to have a meal, typically at home or in a specified location, rather than going out to eat at a restaurant 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
dine
ενεστώτας
dine in
γ΄ ενικό πρόσωπο
dines in
ενεστώτα μετοχή
dining in
απλός αόριστος
dined in
παθητική μετοχή
dined in
Παραδείγματα
We decided to dine in and enjoy a homemade dinner tonight. 

Αποφασίσαμε να δειπνήσουμε στο σπίτι και να απολαύσουμε ένα σπιτικό δείπνο απόψε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store