Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dine in
01
δειπνώ στο σπίτι, τρώω στη θέση
to have a meal, typically at home or in a specified location, rather than going out to eat at a restaurant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
dine
ενεστώτας
dine in
γ΄ ενικό πρόσωπο
dines in
ενεστώτα μετοχή
dining in
απλός αόριστος
dined in
παθητική μετοχή
dined in
Παραδείγματα
Rainy evenings are perfect for lighting candles and dining in with comfort food.
Βροχερές βραδιές είναι ιδανικές για να ανάψετε κεριά και να δειπνήσετε στο σπίτι με άνεση φαγητού.



























