dine in
dine
daɪn
νταιν
in
ɪn
ιν
/dˈaɪn ˈɪn/

Ορισμός και σημασία του "dine in"στα αγγλικά

to dine in
01

δειπνώ στο σπίτι, τρώω στη θέση

to have a meal, typically at home or in a specified location, rather than going out to eat at a restaurant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
dine
ενεστώτας
dine in
γ΄ ενικό πρόσωπο
dines in
ενεστώτα μετοχή
dining in
απλός αόριστος
dined in
παθητική μετοχή
dined in
Παραδείγματα
Rainy evenings are perfect for lighting candles and dining in with comfort food.
Βροχερές βραδιές είναι ιδανικές για να ανάψετε κεριά και να δειπνήσετε στο σπίτι με άνεση φαγητού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store