dimwit
dim
ˈdɪm
dim
wit
wɪt
vit
/dˈɪmwɪt/

Ορισμός και σημασία του "dimwit"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a person who lacks intelligence or common sense
dimwit definition and meaning
Informal
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dimwits
Παραδείγματα
The boss called him a dimwit after he deleted the important file.
Ο αφεντικό τον αποκάλεσε ηλίθιο αφού διέγραψε το σημαντικό αρχείο.

Λεξικό Δέντρο

dimwit

dim

+

wit

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store