dimwit
dim
ˈdɪm
ντιμ
wit
wɪt
ουιτ

Ορισμός και σημασία του "dimwit"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a person who lacks intelligence or common sense 
dimwit definition and meaning
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dimwits
Παραδείγματα
Only a dimwit would try to microwave a foil-wrapped sandwich. 

Μόνο ένας ηλίθιος θα προσπαθούσε να ζεστάνει ένα σάντουιτς τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο στο φούρνο μικροκυμάτων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dimwit

dim

+

wit

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store