Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diligently
01
επιμελώς, προσεκτικά
in a way that involves steady, careful effort and persistent attention to a task or duty
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She diligently reviewed each page of the report for errors.
Προσεκτικά εξέτασε κάθε σελίδα της αναφοράς για λάθη.
Λεξικό Δέντρο
diligently
diligent
dilig



























