dilatory
di
ˈdɪ
ντι
la
λα
to
τα
ry
ri
ρι
depilatory

Ορισμός και σημασία του "dilatory"στα αγγλικά

01

καθυστερητικός, αργός

intentionally delaying or slow to act 
αποδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dilatory
συγκριτικός βαθμός
more dilatory
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, time, efficiency
Παραδείγματα
The dilatory response from the government agencies led to a prolonged resolution of the issue. 

Η βραδύρρυθμη απάντηση των κυβερνητικών υπηρεσιών οδήγησε σε παρατεταμένη επίλυση του ζητήματος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dilatoriness
dilatory
dilate
dil
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store