Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Digger
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
diggers
Παραδείγματα
The digger efficiently removed the dirt to make way for the foundation.
Ο εκσκαφέας αφαίρεσε αποτελεσματικά τη βρωμιά για να ανοίξει το δρόμο για το θεμέλιο.
02
σκαπανέας, εκσκαφέας
a person whose job or activity involves digging
Παραδείγματα
The digger worked all day to prepare the foundation.
Ο εκσκαφέας δούλεψε όλη μέρα για να προετοιμάσει το θεμέλιο.
Λεξικό Δέντρο
digger
dig



























