digestive
di
daɪ
dai
ges
ˈʤɛs
jes
tive
tɪv
tiv
suggestivecongestivefestiverestive

Ορισμός και σημασία του "digestive"στα αγγλικά

01

πεπτικός, σχετικός με την πέψη

relating to the process of breaking down food in the body and absorbing its nutrients 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
biology, health, physiology
Παραδείγματα
The digestive system includes organs such as the stomach and intestines. 

Το πεπτικό σύστημα περιλαμβάνει όργανα όπως το στομάχι και τα έντερα.

01

πεπτικό, ουσία που προωθεί την πέψη

any substance that promotes digestion 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
digestives

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

digestive
digest
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store