digestive
Pronunciation
/daɪˈdʒɛstɪv/

Ορισμός και σημασία του "digestive"στα αγγλικά

01

πεπτικός, σχετικός με την πέψη

relating to the process of breaking down food in the body and absorbing its nutrients
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Probiotics promote a balanced digestive flora and may alleviate symptoms of digestive disorders.
Τα προβιοτικά προωθούν μια ισορροπημένη πεπτική χλωρίδα και μπορεί να ανακουφίσουν τα συμπτώματα των πεπτικών διαταραχών.
01

πεπτικό, ουσία που προωθεί την πέψη

any substance that promotes digestion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
digestives
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store