digestible
di
daɪ
νται
ges
ˈʤɛs
τζεσ
tible
təbl
ταμπλ
comestibledetestablecontestablesuggestible

Ορισμός και σημασία του "digestible"στα αγγλικά

digestible
01

επεξεργάσιμος, εύκολα επεξεργάσιμος

easy to chew, swallow, and process in the digestive system 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most digestible
συγκριτικός βαθμός
more digestible
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
food, health, digestion
Παραδείγματα
The steamed vegetables were cooked to a perfect tenderness, making them easily digestible. 

Τα λαχανικά στον ατμό μαγειρέψαμε σε μια τέλεια τρυφερότητα, κάνοντάς τα εύκολα επεξεργάσιμα.

02

ευκολοχώνευτο, ευκολοκατανόητο

(of information) clear and easy for the audience to understand 
Παραδείγματα
The professor provided a digestible summary of the complex theory, making it easier for students to understand. 

Ο καθηγητής παρείχε μια ευκολοδιάστατη σύνοψη της πολύπλοκης θεωρίας, διευκολύνοντας την κατανόηση των μαθητών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

digestibility
digestibleness
indigestible
digestible
digest
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store