Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
digestible
01
επεξεργάσιμος, εύκολα επεξεργάσιμος
easy to chew, swallow, and process in the digestive system
Παραδείγματα
The whole-grain bread was baked to a soft and chewy finish, promoting a digestible sandwich.
Το ψωμί ολικής άλεσης ψήθηκε μέχρι να αποκτήσει μια μαλακή και μασώμενη υφή, προωθώντας ένα εύπεπτο σάντουιτς.
02
ευκολοχώνευτο, ευκολοκατανόητο
(of information) clear and easy for the audience to understand
Παραδείγματα
The teacher used analogies and simple examples to make the math concepts more digestible for her students.
Ο δάσκαλος χρησιμοποίησε αναλογίες και απλά παραδείγματα για να κάνει τις μαθηματικές έννοιες πιο ευκολοδιάγνωστες για τους μαθητές της.
Λεξικό Δέντρο
digestibility
digestibleness
indigestible
digestible
digest



























