Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Diesel engine
01
κινητήρας ντίζελ, κινητήρας βαρέως πετρελαίου
an internal-combustion engine that burns heavy oil
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
diesel engines
LanGeek



























