Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to die down
01
κατευνάζομαι, μειώνομαι σταδιακά
to gradually decrease in intensity, volume, or activity
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
die
ενεστώτας
die down
γ΄ ενικό πρόσωπο
dies down
ενεστώτα μετοχή
dying down
απλός αόριστος
died down
παθητική μετοχή
died down
Παραδείγματα
The laughter in the comedy club began to die down as the comedian wrapped up the show.
Το γέλιο στο κλαμπ κωμωδίας άρχισε να σβήνει καθώς ο κωμικός ολοκλήρωνε την παράσταση.



























