Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to die down
[phrase form: die]
01
κατευνάζομαι, μειώνομαι σταδιακά
to gradually decrease in intensity, volume, or activity
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
die
ενεστώτας
die down
γ΄ ενικό πρόσωπο
dies down
ενεστώτα μετοχή
dying down
απλός αόριστος
died down
παθητική μετοχή
died down
Παραδείγματα
The storm raged for hours, but eventually, the wind and rain started to die down.
Η καταιγίδα μαίνονταν για ώρες, αλλά τελικά, ο άνεμος και η βροχή άρχισαν να καθόμουν.



























