Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dickhead
01
ηλίθιος, βλάκας
a stupid, foolish, or annoying person
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dickheads
Παραδείγματα
That dickhead spilled his drink and did n't even clean it up.
Αυτός ο ηλίθιος έριξε το ποτό του και δεν το καθάρισε καν.
Λεξικό Δέντρο
dickhead
dick
head



























