Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dice
to dice
01
παίζω ζάρια, ρίχνω ζάρια
to play with small numbered objects, often used in games of chance or for fun
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dice
γ΄ ενικό πρόσωπο
dices
ενεστώτα μετοχή
dicing
απλός αόριστος
diced
παθητική μετοχή
diced
Παραδείγματα
Friends often gather to dice and enjoy a game of chance.
Οι φίλοι συχνά συγκεντρώνονται για να παίξουν ζάρια και να απολαύσουν ένα παιχνίδι τύχης.
02
κόβω σε κύβους, ψιλοκόβω
to cut food into small cubes
Transitive: to dice food ingredients
Παραδείγματα
She diced the tomatoes before adding them to the salad.
Έκοψε σε κύβους τις ντομάτες πριν τις προσθέσει στη σαλάτα.
Λεξικό Δέντρο
dicey
dice



























