Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Diazepam
01
διαζεπάμη
a tranquilizing drug used to treat mild to moderate anxiety and tension
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
diazepams
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
διαζεπάμη