Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diatomic
01
δυατομικό
(of molecules) having two atoms with the same or different elements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
diatomic
atomic
atom
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
δυατομικό
Λεξικό Δέντρο