alky
al
ˈæl
αιλ
ky
ki
κι
/ˈælki/

Ορισμός και σημασία του "alky"στα αγγλικά

01

αλκοολικός, μεθύστακας

a person who drinks alcohol to excess habitually
alky definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
alkies
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store