diacritical
diac
ˌdaɪək
daiek
ri
ri
ti
ti
cal
kəl
kēl

Ορισμός και σημασία του "diacritical"στα αγγλικά

diacritical
01

διακριτικός, διαχωριστικός

having the capacity to distinguish 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most diacritical
συγκριτικός βαθμός
more diacritical
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store