Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diacritical
01
διακριτικός, διαχωριστικός
having the capacity to distinguish
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most diacritical
συγκριτικός βαθμός
more diacritical
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
linguistics, analysis, distinction
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
diacritical
diacritic
diacrit



























