diacritic
Pronunciation
/ˌdaɪəˈkɹɪtək/

Ορισμός και σημασία του "diacritic"στα αγγλικά

01

διακριτικό σημείο, διακριτική

(linguistics) a mark that is written below or above a letter indicating a difference in pronunciation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
diacritics
01

διακριτικός, διακριτικός

describing a mark that indicates a different pronunciation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store