alkali
al
ˈæl
āl
ka
li
laɪ
lai

Ορισμός και σημασία του "alkali"στα αγγλικά

01

αλκάλιο, βάση

any water-soluble compound that can turn litmus blue and reacts with an acid to form a salt and water 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
alkalis
Παραδείγματα
Sodium hydroxide is a strong alkali commonly used in soap making. 

Το υδροξείδιο του νατρίου είναι μια ισχυρή αλκαλική ουσία που χρησιμοποιείται συνήθως στην παραγωγή σαπουνιού.

02

αλκάλιο, αλκαλικά άλατα

a mixture of soluble salts present in arid soils or certain bodies of water, often harmful to agriculture 
Παραδείγματα
Crops fail in fields with high alkali content in the soil. 

Οι καλλιέργειες αποτυγχάνουν σε χωράφια με υψηλή περιεκτικότητα σε αλκάλια στο έδαφος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store