dextrose
dext
ˈdɛkst
dekst
rose
rəʊs
rews
dextrorse

Ορισμός και σημασία του "dextrose"στα αγγλικά

01

δεξτρόζη, γλυκόζη

a simple sugar that is commonly used as a sweetener or a source of energy in various food and medical products 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
My mother always keeps a jar of dextrose in my pantry for baking cookies and cakes. 

Η μητέρα μου κρατά πάντα ένα βάζο δεξτρόζης στο παντοφλάκι μου για να ψήνει μπισκότα και κέικ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store