Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dexterity
01
επιδεξιότητα, ευκινησία
the ability to use one's hands or body skillfully and quickly to perform tasks
Παραδείγματα
The surgeon ’s dexterity allowed him to perform the delicate procedure successfully.
Η επιδεξιότητα του χειρουργού του επέτρεψε να εκτελέσει την ευαίσθητη διαδικασία με επιτυχία.
Λεξικό Δέντρο
dexterity
dexter



























