dexterity
dex
ˈdɛks
deks
te
te
ri
ty
ti
ti
posteritydisparitysinceritycelerity

Ορισμός και σημασία του "dexterity"στα αγγλικά

01

επιδεξιότητα, ευκινησία

the ability to use one's hands or body skillfully and quickly to perform tasks 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His dexterity with a paintbrush is remarkable. 

Η επιδεξιότητα του με το πινέλο είναι αξιοσημείωτη.

Λεξικό Δέντρο

dexterity
dexter
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store