Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
developmental
01
ανάπτυξης, σχετικός με την ανάπτυξη
related to the process of growth, progress, or improvement over time
Παραδείγματα
Developmental opportunities within the company support employees' career growth and skill enhancement.
Οι ευκαιρίες ανάπτυξης εντός της εταιρείας υποστηρίζουν την επαγγελματική ανάπτυξη και την ενίσχυση των δεξιοτήτων των εργαζομένων.
Λεξικό Δέντρο
developmentally
developmental
development
develop



























