Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Determination
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her determination helped her complete the marathon despite the challenges.
Η αποφασιστικότητά της τη βοήθησε να ολοκληρώσει τον μαραθώνιο παρά τις προκλήσεις.
02
αποφασιστικότητα, αποφασιστικότητα
the action of making a firm decision about something
Παραδείγματα
He expressed determination to complete the project on time.
Εξέφρασε την αποφασιστικότητά του να ολοκληρώσει το έργο εγκαίρως.
03
προσδιορισμός, καθιέρωση
the process of establishing facts or properties through research, measurement, or calculation
Παραδείγματα
The determination of the chemical composition took several hours.
Ο καθορισμός της χημικής σύστασης διήρκεσε αρκετές ώρες.
04
απόφαση, συμπέρασμα
a judgment, opinion, or conclusion reached after careful consideration
Παραδείγματα
The court issued its determination on the case.
Το δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του στην υπόθεση.
05
επίδραση, έλεγχος
the influence or control over the outcome or nature of something
Παραδείγματα
The weather played a key role in the determination of the race results.
Ο καιρός έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον καθορισμό των αποτελεσμάτων του αγώνα.
Λεξικό Δέντρο
indetermination
predetermination
redetermination
determination
determine



























