Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deteriorate
01
επιδεινώνω, χαλάω
to decline in quality, condition, or overall state
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
deteriorate
γ΄ ενικό πρόσωπο
deteriorates
ενεστώτα μετοχή
deteriorating
απλός αόριστος
deteriorated
παθητική μετοχή
deteriorated
Παραδείγματα
Continuous exposure to sunlight can cause colors to fade and materials to deteriorate.
Η συνεχής έκθεση στο ηλιακό φως μπορεί να προκαλέσει ξεθώριασμα των χρωμάτων και υποβάθμιση των υλικών.
02
χειροτερεύω, καταστρέφω
to make worse
Transitive: to deteriorate quality or condition of something
Παραδείγματα
Lack of proper care can deteriorate the condition of wooden furniture, causing it to warp and splinter.
Η έλλειψη κατάλληλης φροντίδας μπορεί να χειροτερέψει την κατάσταση των ξύλινων επίπλων, προκαλώντας στρέβλωση και θρύψαλα.
Λεξικό Δέντρο
deterioration
deteriorate



























