Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deteriorate
01
επιδεινώνω, χαλάω
to decline in quality, condition, or overall state
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
deteriorate
γ΄ ενικό πρόσωπο
deteriorates
ενεστώτα μετοχή
deteriorating
απλός αόριστος
deteriorated
παθητική μετοχή
deteriorated
Παραδείγματα
If left untreated, metal exposed to harsh weather can deteriorate over time.
Εάν δεν αντιμετωπιστεί, ο μέταλλο που εκτίθεται σε σκληρές καιρικές συνθήκες μπορεί να επιδεινωθεί με το χρόνο.
02
χειροτερεύω, καταστρέφω
to make worse
Transitive: to deteriorate quality or condition of something
Παραδείγματα
The harsh weather conditions deteriorated the roads, causing potholes and cracks to form.
Οι σκληρές καιρικές συνθήκες επιδείνωσαν τους δρόμους, προκαλώντας τη δημιουργία λακκούβων και ρωγμών.
Λεξικό Δέντρο
deterioration
deteriorate



























