detente
Pronunciation
/deɪtˈɑːnt/
détente

Ορισμός και σημασία του "detente"στα αγγλικά

01

χαλάρωση, ανακούφιση

the reduction of hostility or tension between countries
formal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Diplomats emphasized detente to prevent further escalation of the dispute.
Οι διπλωμάτες τόνισαν την χαλάρωση για να αποτρέψουν την περαιτέρω κλιμάκωση της διαμάχης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store