designing
de
ντι
sig
ˈzaɪ
ζαι
ning
nɪng
νινγκ
/dɪzˈa‍ɪnɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "designing"στα αγγλικά

01

σχεδίαση, σχεδιασμός

the act of working out the form of something (as by making a sketch or outline or plan)
designing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
01

υπολογιστικός, χειριστικός

concealing crafty designs for advancing your own interest
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most designing
συγκριτικός βαθμός
more designing
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store