Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Designing
01
σχεδίαση, σχεδιασμός
the act of working out the form of something (as by making a sketch or outline or plan)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
designing
01
υπολογιστικός, χειριστικός
concealing crafty designs for advancing your own interest
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most designing
συγκριτικός βαθμός
more designing
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
designing
design



























