Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Descant
01
μια μελωδία που τραγουδιέται ή παίζεται πάνω από την κύρια μελωδία, συνήθως σε υψηλότερο καταχωρητή
a melody sung or played above the main melody, typically in a higher register
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
descants
Παραδείγματα
The descant played by the organist lent a majestic quality to the processional hymn, filling the church with harmonious resonance.
Ο δισκάντος που έπαιξε ο οργανίστας προσέδωσε μια μεγαλοπρεπή ποιότητα στον επετειακό ύμνο, γεμίζοντας την εκκλησία με αρμονική ηχώ.
to descant
01
τραγουδώ αλλάζοντας καταχώρηση, τραγουδώ με γιοντέλ
sing by changing register; sing by yodeling
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
descant
γ΄ ενικό πρόσωπο
descants
ενεστώτα μετοχή
descanting
απλός αόριστος
descanted
παθητική μετοχή
descanted
02
μιλώ εκτενώς για κάτι που με ενδιαφέρει, μιλώ με ενθουσιασμό και λεπτομέρεια
talk at great length about something of one's interest
03
τραγουδώ σε αντιστικτική μελωδία
sing in descant



























