derrick
de
ˈdɛ
de
rrick
rɪk
rik
cometicgenericeidetichomeric

Ορισμός και σημασία του "derrick"στα αγγλικά

01

γερανός, πύργος γεώτρησης

a type of lifting apparatus consisting of a vertical mast and a boom, typically used in construction or oil drilling operations 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
derricks
Παραδείγματα
The construction crew assembled the derrick to lift heavy materials to the upper floors of the building. 

Η ομάδα κατασκευής συναρμολόγησε τον γερανό για να σηκώσει βαριά υλικά στους επάνω ορόφους του κτιρίου.

02

ντερικ, απλό γερανό με ανυψωτικό μηχανισμό κρεμασμένο από ένα μπούμα

a simple crane having lifting tackle slung from a boom 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store