depressant
Pronunciation
/dɪˈpɹɛsənt/

Ορισμός και σημασία του "depressant"στα αγγλικά

01

καταθλιπτικό, ηρεμιστικό

a substance, such as a medication or alcohol, that slows down the central nervous system, causing relaxation and reduced function
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
depressants
Παραδείγματα
Understanding the effects of depressants is essential for responsible and safe usage.
Η κατανόηση των επιπτώσεων των κατασταλτικών είναι απαραίτητη για την υπεύθυνη και ασφαλή χρήση.
depressant
01

κατασταλτικός, ηρεμιστικός

capable of depressing physiological or psychological activity or response by a chemical agent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most depressant
συγκριτικός βαθμός
more depressant
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store