Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dementia
01
άνοια, γνωστική διαταραχή
a mental condition that happens when the brain is damaged by disease or injury, causing memory loss and impairing the ability to think or make decisions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His grandmother was diagnosed with dementia and had trouble remembering simple tasks.
Η γιαγιά του διαγνώστηκε με άνοια και είχε πρόβλημα να θυμάται απλές εργασίες.



























