Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Deltoid
01
δελτοειδής, δελτοειδής μυς
(anatomy) a large muscle, triangular in shape that covers the shoulder joint and helps the arm to abduct and rotate
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deltoids
deltoid
01
δελτοειδής, σε σχήμα δέλτα
triangular or suggesting a capital delta, with a point at the apex
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deltoid
συγκριτικός βαθμός
more deltoid
διαβαθμίσιμο



























