Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
delirious
01
παραληρηματικός, μπερδεμένος
having confused or unclear thoughts or speech due to fever, pain, medication, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most delirious
συγκριτικός βαθμός
more delirious
διαβαθμίσιμο
02
εκστατικός, ενθουσιασμένος
uncontrollably excited or happy
Παραδείγματα
He laughed deliriously at the surprise party.
Γέλασε παραληρηματικά στο πάρτι έκπληξη.
Λεξικό Δέντρο
deliriously
delirious



























