delirious
Pronunciation
/dɪˈɫɪɹiəs/

Ορισμός και σημασία του "delirious"στα αγγλικά

01

παραληρηματικός, μπερδεμένος

having confused or unclear thoughts or speech due to fever, pain, medication, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most delirious
συγκριτικός βαθμός
more delirious
διαβαθμίσιμο
02

εκστατικός, ενθουσιασμένος

uncontrollably excited or happy
Παραδείγματα
He laughed deliriously at the surprise party.
Γέλασε παραληρηματικά στο πάρτι έκπληξη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store