to deliquesce
de
ˌdɛ
de
liq
ˈlɪk
lik
uesce
wɛs
ves

Ορισμός και σημασία του "deliquesce"στα αγγλικά

to deliquesce
01

υγροποιούμαι, λιώνω απορροφώντας υγρασία από τον αέρα

melt or become liquid by absorbing moisture from the air 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deliquesce
γ΄ ενικό πρόσωπο
deliquesces
ενεστώτα μετοχή
deliquescing
απλός αόριστος
deliquesced
παθητική μετοχή
deliquesced
02

υγροποιούμαι, διαλύομαι

to dissolve gradually into a liquid state, often due to high humidity or decomposition 
Παραδείγματα
The sugar cubes deliquesce quickly when exposed to moisture. 

Οι κύβοι ζάχαρης διαλύονται γρήγορα όταν εκτίθενται σε υγρασία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store