Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deliquesce
01
υγροποιούμαι, λιώνω απορροφώντας υγρασία από τον αέρα
melt or become liquid by absorbing moisture from the air
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deliquesce
γ΄ ενικό πρόσωπο
deliquesces
ενεστώτα μετοχή
deliquescing
απλός αόριστος
deliquesced
παθητική μετοχή
deliquesced
02
υγροποιούμαι, διαλύομαι
to dissolve gradually into a liquid state, often due to high humidity or decomposition
Παραδείγματα
The sugar cubes deliquesce quickly when exposed to moisture.
Οι κύβοι ζάχαρης διαλύονται γρήγορα όταν εκτίθενται σε υγρασία.



























