deli
Pronunciation
/ˈdɛli/

Ορισμός και σημασία του "deli"στα αγγλικά

01

γαστροπωλείο, κατάστημα με λιχουδιές

a store that sells cheese, cooked meat, and foreign food
deli definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
delis
Παραδείγματα
They decided to grab some bagels and lox from the deli for Sunday brunch.
Αποφάσισαν να πάρουν μερικά μπέιγκλ και σολομό από το deli για το brunch της Κυριακής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store