Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to degust
01
γευματίζω
to taste food or drink carefully, appreciating and analyzing its flavors, often as part of a formal or discerning evaluation
Transitive: to degust food or drink
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
degust
γ΄ ενικό πρόσωπο
degusts
ενεστώτα μετοχή
degusting
απλός αόριστος
degusted
παθητική μετοχή
degusted
Παραδείγματα
In the next hour, the food critic will have degusted several courses at the culinary competition.
Στην επόμενη ώρα, ο κριτικός φαγητού θα έχει δοκιμάσει αρκετά πιάτα στον γαστρονομικό διαγωνισμό.



























