Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to degust
01
γευματίζω
to taste food or drink carefully, appreciating and analyzing its flavors, often as part of a formal or discerning evaluation
Transitive: to degust food or drink
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
degust
γ΄ ενικό πρόσωπο
degusts
ενεστώτα μετοχή
degusting
απλός αόριστος
degusted
παθητική μετοχή
degusted
Παραδείγματα
I regularly degust different types of chocolates to understand their nuances.
Γευματίζομαι τακτικά διάφορα είδη σοκολάτας για να κατανοήσω τις αποχρώσεις τους.



























