Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Degree of freedom
01
βαθμός ελευθερίας, απεριόριστη μεταβλητή
(statistics) an unrestricted variable in a frequency distribution
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
degrees of freedom
02
βαθμός ελευθερίας
one of the minimum number of parameters needed to describe the state of a physical system



























