defecation
de
ˌdɛ
de
fe
fi
ca
ˈkeɪ
kei
tion
ʃən
shēn
deflationdefectiondedicationdefamation

Ορισμός και σημασία του "defecation"στα αγγλικά

01

αποχέτευση, εκκένωση κοπράνων

the elimination of fecal waste through the anus 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
defecations

Λεξικό Δέντρο

defecation
defecate
defec
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store