defaulter
de
di
faul
ˈfɒl
fol
ter
ta
ta
gibraltarpsalterfalterhalter

Ορισμός και σημασία του "defaulter"στα αγγλικά

01

αποχωρήσας, αποτυχών

a contestant who forfeits a match 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
defaulters
02

οφειλέτης, αποτυχών να εκπληρώσει υποχρέωση

a person who fails to pay money they owe or meet an obligation 
Παραδείγματα
He is a loan defaulter. 

Είναι ένας κακοπληρωτής δανείου.

03

παραβάτης, απών από το δικαστήριο

someone who fails to make a required appearance in court 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store