defaulter
de
di
faul
ˈfɔl
fawl
ter
tɜr
tēr
/dɪfˈɒltɐ/

Ορισμός και σημασία του "defaulter"στα αγγλικά

01

αποχωρήσας, αποτυχών

a contestant who forfeits a match
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
defaulters
02

οφειλέτης, αποτυχών να εκπληρώσει υποχρέωση

a person who fails to pay money they owe or meet an obligation
Παραδείγματα
Authorities are tracking defaulters who have avoided repaying large debts for years.
Οι αρχές παρακολουθούν τους αθέτητες που έχουν αποφύγει την αποπληρωμή μεγάλων χρεών για χρόνια.
03

παραβάτης, απών από το δικαστήριο

someone who fails to make a required appearance in court
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store