Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Defaulter
01
αποχωρήσας, αποτυχών
a contestant who forfeits a match
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
defaulters
02
οφειλέτης, αποτυχών να εκπληρώσει υποχρέωση
a person who fails to pay money they owe or meet an obligation
Παραδείγματα
He is a loan defaulter.
Είναι ένας κακοπληρωτής δανείου.
03
παραβάτης, απών από το δικαστήριο
someone who fails to make a required appearance in court
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
defaulter
default



























