Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
defamatory
01
δυσφημιστικός
(of statements) intending to ruin someone's reputation with the use of unpleasant or false information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most defamatory
συγκριτικός βαθμός
more defamatory
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
speech, law, ethics
Παραδείγματα
Social media platforms have policies in place to remove defamatory content that users might post.
Οι πλατφόρμες κοινωνικών μέσων έχουν πολιτικές για την αφαίρεση συκοφαντικού περιεχομένου που μπορεί να δημοσιεύσουν οι χρήστες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
defamatory
defame



























