deep pockets
Pronunciation
/dˈiːp pˈɑːkɪts/

Ορισμός και σημασία του "deep pockets"στα αγγλικά

01

βαθιές τσέπες, ένα άτομο ή οντότητα με σημαντικούς οικονομικούς πόρους

a person or thing such as a business with significant financial resources
deep pockets definition and meaning
idiom
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deep pockets
Παραδείγματα
The multinational corporation has deep pockets, enabling them to outspend smaller competitors in marketing and research.
Η πολυεθνική εταιρεία έχει βαθιές τσέπες, επιτρέποντάς της να ξοδεύει περισσότερα από τους μικρότερους ανταγωνιστές στη διαφήμιση και την έρευνα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store