decorated
Pronunciation
/ˈdɛkɝˌeɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "decorated"στα αγγλικά

01

διακοσμημένος, στολισμένος

provided with something intended to increase its beauty or distinction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most decorated
συγκριτικός βαθμός
more decorated
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store