Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deck out
[phrase form: deck]
01
στολίζομαι, ντύνομαι με επιδεξιότητα
to dress in an elaborate or stylish manner
Intransitive: to deck out as a character | to deck out in a costume
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
deck
ενεστώτας
deck out
γ΄ ενικό πρόσωπο
decks out
ενεστώτα μετοχή
decking out
απλός αόριστος
decked out
παθητική μετοχή
decked out
Παραδείγματα
For the beach party, everyone decked out in Hawaiian shirts, leis, and sunglasses.
Για το πάρτι στην παραλία, όλοι ντύθηκαν με χιούαϊ πουκάμισα, λέι και γυαλιά ηλίου.
02
διακοσμώ, στολίζω
to decorate in an elaborate or stylish manner
Transitive: to deck out a place with decorative items
Παραδείγματα
The theater stage was decked out with elaborate sets and props for the grand production.
Η σκηνή του θεάτρου ήταν διακοσμημένη με περίτεχνα σκηνικά και αντικείμενα για τη μεγάλη παραγωγή.



























