Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Deceitfulness
01
απάτη, δολιότητα
the quality of being dishonest and misleading
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Her deceitfulness was revealed when the truth about her lies came to light.
Η απάτη της αποκαλύφθηκε όταν η αλήθεια για τα ψέματά της βγήκε στο φως.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
deceitfulness
deceitful
deceit



























