deceitfulness
de
di
ceit
ˈsi:t
sit
ful
fəl
fēl
ness
nəs
nēs

Ορισμός και σημασία του "deceitfulness"στα αγγλικά

01

απάτη, δολιότητα

the quality of being dishonest and misleading 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her deceitfulness was revealed when the truth about her lies came to light. 

Η απάτη της αποκαλύφθηκε όταν η αλήθεια για τα ψέματά της βγήκε στο φως.

Λεξικό Δέντρο

deceitfulness
deceitful
deceit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store