Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Debacle
01
καταστροφή, φιάσκο
a huge and unexpected failure, usually due to a lack of a good plan
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
debacles
02
καταστροφή, φιάσκο
an absolute failure which leads to shame or disgrace
03
κατάρρευση πάγου, θραύση πάγου
flooding caused by a tumultuous breakup of ice in a river during the spring or summer



























