Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Deadbeat
01
παράσιτο, τεμπέλης
a lazy, irresponsible, and unreliable person who avoids work or obligations
Offensive
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deadbeats
Παραδείγματα
The company fired the deadbeat employee who kept missing deadlines.
Η εταιρεία απέλυσε τον τεμπέλη υπάλληλο που συνέχεια αγνοούσε τις προθεσμίες.
Λεξικό Δέντρο
deadbeat
dead
beat



























