Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Deadbeat
01
παράσιτο, τεμπέλης
a lazy, irresponsible, and unreliable person who avoids work or obligations
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
deadbeats
Παραδείγματα
The landlord finally evicted the deadbeat who hadn't paid rent in six months.
Ο ιδιοκτήτης τελικά έδιωξε τον τεμπέλη που δεν είχε πληρώσει το ενοίκιο για έξι μήνες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
deadbeat
dead
beat



























