Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dead-end street
01
αδιέξοδο, απέραντη οδός
a street that has only one entrance or exit, with no passage through to another road
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dead-end streets
Παραδείγματα
Their house is located on a quiet dead-end street.
Το σπίτι τους βρίσκεται σε μια ήσυχη αδιέξοδη οδό.



























