daytime
day
deɪ
ντει
time
taɪm
ταιμ
playtime

Ορισμός και σημασία του "daytime"στα αγγλικά

01

μέρα, ημερινή ώρα

a period of time during the day when the sun shines and it is not dark yet 
daytime definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

daytime

day

+

time

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store