daytime
day
ˈdeɪ
ντει
time
ˌtaɪm
ταιμ
/ˈdeɪˌtaɪm/

Ορισμός και σημασία του "daytime"στα αγγλικά

01

μέρα, ημερινή ώρα

a period of time during the day when the sun shines and it is not dark yet
daytime definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο

Λεξικό Δέντρο

daytime

day

+

time

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store