Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Days
01
μέρες, διάρκεια ζωής
the time during which someone's life continues
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
days
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
μέρες, διάρκεια ζωής