days
days
deɪz
deiz
/dˈe‍ɪz/

Ορισμός και σημασία του "days"στα αγγλικά

01

μέρες, διάρκεια ζωής

the time during which someone's life continues
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
days
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store