dayfly
day
ˈdeɪ
ντει
fly
flaɪ
φλαι
mayfly

Ορισμός και σημασία του "dayfly"στα αγγλικά

01

εφήμερο, μύγα μιας μέρας

an insect that has a short adult lifespan, typically lasting only a day or two 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dayflies

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dayfly

day

+

fly

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store