Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dayfly
01
εφήμερο, μύγα μιας μέρας
an insect that has a short adult lifespan, typically lasting only a day or two
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dayflies
Λεξικό Δέντρο
dayfly
day
fly



























